Κίβι

Κίβι, Kiwis Απτερίδες (Apterygidae)

Κοινή ονομασία των απτερυγόμορφων πτηνών του γένους Apteryx, της οικογένειας των απτερυγιδών. Περιλαμβάνει τρία είδη πουλιών τα οποία δεν έχουν ικανότητα πτήσης, ιθαγενή της Νέας Ζηλανδίας και των μικρών γειτονικών νησιών. Το σώμα τους έχει περίπου τις διαστάσεις μιας μεγάλης κότας και υποβαστάζεται από δύο κοντά αλλά δυνατά πόδια, που καταλήγουν μπροστά σε τέσσερα δάχτυλα με ισχυρά νύχια. Η ουρά απουσιάζει. 
Τα πουλιά αυτά διαθέτουν ένα πολύ μακρύ, μυτερό και ελαφρώς κυρτό προς τα κάτω ράμφος, στην άκρη του οποίου βρίσκονται τα ρουθούνια, χαρακτηριστικό σπάνιο στα πτηνά, στα θηλυκά το ράμφος είναι μεγαλύτερο κατά 30 τοις εκατό περίπου από ό, τι στα αρσενικά. Το πάνω μέρος του ράμφους είναι ελαφρώς μακρύτερο από το κάτω. Για να διατηρήσουν την ισορροπία όταν στέκονται, συχνά χρησιμοποιούν το ράμφος τους. Τα Κίβι πηδούν και τρέχουν με μεγάλη ταχύτητα, αλλά δεν μπορούν να πετάξουν, γιατί οι φτερούγες τους είναι ατροφικές και κρύβονται κάτω από το πυκνό τους φτέρωμα. Το τελευταίο έχει γκρίζο-καστανό χρώμα και αποτελείται από ατελή φτερά, κυρτά προς τα κάτω, που μοιάζουν με σκληρές τρίχες. Η όρασή τους είναι φτωχή αλλά η ακοή και η όσφρησή τους – μοναδική εξαίρεση στα πουλιά – ιδιαίτερα ανεπτυγμένη. Ένα άλλο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό είναι η θερμοκρασία του σώματος, κατά πολύ μικρότερη από εκείνη των περισσότερων πτηνών 38 ° C έως 42 ° C και μάλλον μοιάζει περισσότερο με εκείνη των θηλαστικών.
Τα Κίβις δεν είναι μόνο τα μικρότερα από όλα τα Στρουθιονόμορφα (Struthioniformes), αλλά διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό και στη βιολογία τους. Το μήκος τους κυμαίνεται από 35 έως 65 εκατοστά, ύψος μέχρι 35 εκατοστά και σωματικό βάρος από ένα έως πέντε κιλά. Τα θηλυκά είναι κατά μέσο όρο ελαφρώς μεγαλύτερα και 10 έως 20 τοις εκατό βαρύτερα.

Τάξη: Στρουθιονόμορφα (Struthioniformes) | οικογένεια Απτερίδες (Apterygidae)





Οικογένεια: Στρουθιονόμορφα
Διατροφή: Κατά τη διάρκεια της ημέρας κρύβονται στη φωλιά τους, ενώ τη νύχτα βγαίνουν για να αναζητήσουν την τροφή τους. Είναι παμφάγα, προτιμούν κυρίως γαιοσκώληκες, σαρανταποδαρούσες, διάφορα έντομα και τις προνύμφες τους, καθώς και διάφορα φρούτα και καρπούς που συλλέγουν από το έδαφος.
Τα Κίβι βγάζουν μια χαρακτηριστική κραυγή, από την οποία προήλθε η ονομασία τους. Λόγω της νυκτερινής δραστηριότητάς τους, οι κραυγές κυρίως επιβεβαιώνουν την παρουσίας τους, καλούν συνεχώς κατά τη διάρκεια της νύχτας και όλο το χρόνο, εκτός όταν πνέουν σφοδροί άνεμοι και σε πολύ φωτεινές νύχτες με πανσέληνο. Με ευνοϊκές συνθήκες ακούγονται μέχρι πέντε χιλιόμετρα μακρυά.

Αναπαραγωγή: Είναι μονογαμικά είδη, αναζητούν νέο ταίρι μόνο όταν ένα από τα δύο πεθάνει, έχει παρατηρηθεί ζευγάρι Kiwi με πάνω από δέκα χρόνια μαζί. Η εποχή αναπαραγωγής είναι μεταξύ Αυγούστου -Οκτωβρίου. Το θηλυκό γεννά 1 έως 2 (σπανιότερα 3) άσπρα αβγά, αρκετά μεγάλα σε σχέση με το σώμα του, τα οποία εναποθέτει σε ένα μικρό κοίλωμα του εδάφους· φροντίζει μάλιστα να σκεπάζει τα τοιχώματα του κοιλώματος με βρύα και διάφορα φύλλα. Την επώαση των αυγών αναλαμβάνει συνήθως το αρσενικό, το οποίο ασχολείται και με τη φροντίδα των νεοσσών. Η επώαση διαρκεί από 63 έως 92 ημέρες, ασυνήθιστα μεγάλη!
Για φωλιές χρησιμοποιούν εναλλάξ πολλά διαφορετικά λαγούμια, για να κρύβονται κατά τη διάρκεια της ημέρας και κατά την περίοδο της αναπαραγωγής. Η είσοδος έχει 15 εκατοστά πλάτος και είναι καλά κρυμμένη κάτω από την πυκνή βλάστηση κυρίως ανάμεσα στίς ρίζες των δέντρων. Η σήραγγα έχει ένα έως δύο μέτρα μήκος και οδηγεί στο εσωτερικό σε ένα μεγαλύτερο χώρο αρκετά μεγάλο για να φιλοξενήσει δύο Κίβι.

Διάφορα:
· Παρά τα αυστηρά προστατευτικά μέτρα, το Κίβι τείνει να εξαφανιστεί, όπως συνέβη κατά τον 17o και τον 18o αιώνα και με άλλα πουλιά που δεν πετούν, όπως για παράδειγμα τα γιγαντιαία πουλιά του γένους Dinornis ή μόα της Νέας Ζηλανδίας. Μεγαλύτερο κίνδυνο διατρέχει το είδος Apteryx owenii, που είναι και το μικρότερο Κίβι.
· Τα αυγά σε μερικά είδη φτάνουν τα 13 εκατοστά μήκος, έχουν διάμετρο 8 εκατοστά και βάρος περίπου 500 γραμμάρια. Σε σχέση με το μέγεθος του σώματός τους, είναι τα μεγαλύτερα αυγά πουλιών στον κόσμο - φτάνουν έως και 30 τοις εκατό του βάρους του θηλυκού.
· Τα Κίβι είναι το εθνικό πουλί της Νέα Ζηλανδίας, το όνομά του έχει δοθεί σε μια τράπεζα της Νέας Ζηλανδίας "Kiwibank" και το κρατικό συνταξιοδοτικό ταμείο ονομάζεται "KiwiSaver". Επίσης σε πολλά άλλα προϊόντα της Νέα Ζηλανδίας δόθηκε το πρόθεμα "Kiwi". Απο τα γνωστότερα το Ακτινίδιο (Actinidia deliciosa) το οποίο πρωτοκαλλιεργήθηκε συστηματικά εκτός Ασίας στην Αυστραλία και το 1959 του δόθηκε η εμπορική ονομασία προέλευσης κiwi από την εταιρία Turners and Growers που το εξήγαγε.
· Τα Κίβι μπορούν να ζήσουν πάνω από 20 χρόνια.

Κίβι, Kiwis Απτερίδες (Apterygidae):
Το είδος Apteryx australis αντιπροσωπεύεται από δύο υποείδη,
τα Apteryx australis mantelli, της βόρειας Νέας Ζηλανδίας, και
το Apteryx australis australis, της νότιας Νέας Ζηλανδίας.
Το μεγαλύτερο σε μέγεθος Κίβι είναι του είδος Apteryx haastii.

Κείμενο: Ζιάκας Ηλίας


Εμού

Εμού (Dromaius novaehollandiae)

Αμφιλεγόμενος κοντινός συγγενής της Στρουθοκαμήλου είναι το Εμού που ζει στην Αυστραλία. Το Εμού είναι το δεύτερο σε μέγεθος πουλί του πλανήτη. Το ύψος του κατά μέσο όρο είναι 1,75 μ. Έχουν χνουδωτό φτέρωμα και δεν πετούν. Έχουν μακρύ λαιμό και πόδια, και μικρά φτερά 20 εκ. Στα πόδια τους έχουν τρία δάχτυλα. Οι νεοσσοί έχουν κάθετες μαύρες, καφέ και άσπρες ρίγες για να κρύβονται στο ψηλό χορτάρι και θάμνους. Τα αρσενικά και τα θηλυκά μοιάζουν αρκετά, συνήθως τα θηλυκά είναι ελαφρώς μεγαλύτερα, βαρύτερα και πιο σκούρα από ό, τι τα αρσενικά. Απαντάται σε όλες τις περιοχές της Αυστραλίας, εκτός των τροπικών δασών και αποψιλωμένων περιοχών, και σπάνια σε ερήμους και τα βορειότερα άκρα της Αυστραλίας.

Τάξη: Στρουθιονόμορφα (Struthioniformes) | οικογένεια Δρομαιίδες (dromaiidae)





Διατροφή: Το εμού προτιμά και αναζητά τροφή πλούσια σε θρεπτική αξία. Επιλέγει τμήματα των φυτών που έχουν τη μεγαλύτερη συγκέντρωση θρεπτικών ουσιών, όπως σπόρους, φρούτα, άνθη και νεαρούς βλαστούς. Επίσης τρώνε έντομα και μικρά λαχανικά όταν είναι διαθέσιμα, αλλά δεν τρώνε ξερά χόρτα ή ώριμα φύλλα, ακόμα κι αν είναι η μόνη διαθέσιμη τροφή. Τα Εμού καταπίνουν χαλίκια για να βοηθήσουν τη διαδικασία της χώνεψης.

Αναπαραγωγή: Τα θηλυκά γεννούν 6-9 πράσινα αβγά, σε μια πρόχειρη φωλιά που κατασκευάζει στο έδαφος το αρσενικό, το οποίο συμμετέχει στην επώαση και στο μεγάλωμα των νεοσσών.
Οικογένεια: Στρουθιονόμορφα
Διάφορα:
❶ Μέγιστη ταχύτητα που αναπτύσσουν είναι τα 50 χιλιόμετρα ανά ώρα και μπορούν να τα κρατήσουν για κάποια απόσταση.
❷ Πριν τον εποικισμό της Αυστραλίας από τους Ευρωπαίους υπήρχαν τρία είδη Εμού. Τα είδη (Dromaius baudinianus) και (Dromaius ater) εξαφανίστηκαν λίγο μετά την άφιξη των πρώτων Ευρωπαίων. Στην Τασμανία το τοπικό υποείδος Εμού εξαφανίστηκε περίπου το 1865.
❸ Το Εμού κυνηγήθηκε μέχρι τη δεκαετία του 1960. Σήμερα είναι υπό προστασία από την οργάνωση "Προστασία του Περιβάλλοντος και της Βιοποικιλότητας Act 1999".
❹ Κατατάσεται στην οικογένεια Δρομαιίδες (dromaiidae). (Οικογένεια πτηνών της τάξης των καζουαριομόρφων, με μοναδικό αντιπρόσωπο το είδος Εμού Dromaius novaehollandiae)


Στρουθιονόμορφα

Στρουθιονόμορφα (Struthioniformes)

Στα Στρουθιονόμορφα (Struthioniformes) ανήκουν κυρίως τα μεγαλύτερα είδη πουλιών στον κόσμο. Αν και έχουν φτερούγες, δεν μπορούν να πετάξουν λόγω του μεγάλου βάρους τους και τους ασθενώς ανεπτυγμένους μύες του θώρακα. Σύμφωνα με πρόσφατες μοριακές γενετικές μελέτες, οι Στρουθιονίδες άν και κάποια είδη μοιάζουν εξωτερικά εντούτοις είναι παραφυλετικά είδη, επομένως καταττάσονται σε μια κοινή τάξη (taxa) που είναι γνωστή ως Στρουθιονόμορφα (Struthioniformes).

Οικογένεια: Στρουθιονόμορφα
Η τάξη Στρουθιονόμορφα (Struthioniformes) περιλαμβάνει κυρίως βαριά και μεγάλα πουλιά όπως οι Δρομίδες και οι Στρουθιονίδες. Μόνο το Κίβι είναι μικρό είδος, ελαφρώς μεγαλύτερο από μία κότα.
Η αδυναμία πτήσης οφείλεται στην ανατομία του στέρνου τους, το οποίο είναι επίπεδο, χωρίς τη χαρακτηριστική απόφυση (τρόπιδα) πάνω στην οποία προσφύονται οι ισχυροί πτητικοί μύες· γι‘ αυτό τον λόγο ονομάζονται και ατροπίδωτα. Οι πτέρυγες των Στρουθιονίδες δεν είναι ανεπτυγμένες ή έχουν ατροφήσει εντελώς. Η θωρακική ζώνη τους δεν διαθέτει κλειδοαποφύσεις και οι πλευρές τους δεν έχουν τις αγκιστροειδείς αποφύσεις, που καθώς συνδέονται, ενισχύουν τη στερεότητα και την ελαστικότητα του θωρακικού κλωβού των πτηνών που διαθέτουν τρόπιδα. Τα οστά τους δεν έχουν αεροφόρους κοιλότητες.
Τα πόδια τους είναι γενικά μακριά, ισχυρά και εφοδιασμένα με 2-4 δάχτυλα, τα οποία απολήγουν σε γαμψώνυχες, τους οποίους χρησιμοποιούν ως επιθετικά όργανα. Οι πτέρυγες καλύπτονται από μαλακά φτερά. Όταν κινούνται οι Στρουθιονίδες κρατούν τις φτερούγες τους χαμηλωμένες και δεν τις χρησιμοποιούν παρά για το σταμάτημα ή για την αλλαγή κατεύθυνσης.

Τάξη Στρουθιονόμορφα (Struthioniformes) περιλαμβάνει τις ακόλουθες οικογένειες:
Στρουθιονίδες (Struthionidae)
Ρέα, Rhea Ρειίδες(Rheidae)
Εμού, Emus Δρομίδες (Dromaiidae)
Κίβι, Kiwis Απτερίδες (Apterygidae)
❺ Cassowaries (Casuariidae)
❻ † Moa (Dinornithidae)
❼ † Αιπυορνιθίδαι (Aepyornithidae)

αναλυτικότερα:
Στρουθοκάμηλος στην Αφρική.
Εμού (Dromaius novaehollandiae) στην Αυστραλία.
Κίβι στην Νέα Ζηλανδία, όπως και τα εξαφανισμένα πλέον Moas.
Ρέα, Rhea (Rheidae) στη Νότια Αμερική.
Cassowaries στη Νέα Γουινέα και τη βόρεια Αυστραλία.

Αιπυόρνις (Aepyornis). Γένος πτηνών της τάξης των δρομέων, της οικογένειας των Αιπυορνιθίδων, που έχει εκλείψει. Επρόκειτο για γιγαντιαία πουλιά, χωρίς ικανότητα πτήσης, τα οποία έζησαν σχετικά πρόσφατα (έως τον 16ο ή 17ο αι.) στη Μαδαγασκάρη, όπου βρέθηκαν άφθονοι ημιαπολιθωμένοι σκελετοί και αβγά, κυρίως σε παραθαλάσσιες περιοχές στο βόρειο τμήμα του νησιού. Εμοιαζε πολύ με Στρουθοκάμηλο, έφτανε σε ύψος τα 3 μέτρα και ζύγιζε 450 κιλά, ενώ τα αβγά της μπορούσαν να ξεπεράσουν σε μήκος τα 30 εκατοστά· ήταν, δηλαδή, περίπου 180 φορές μεγαλύτερα από τα αβγό της κότας. Είχε σχετικά μικρό κρανίο και ατροφικά φτερά, αλλά διέθετε γερές κνήμες με τρία ισχυρά δάχτυλα στην καθεμία.
Τα είδη του γένους Αιπυόρνις (Aepyornis):
† Aepyornis gracilis
† Aepyornis hildebrandti / Aepyornis mulleri
† Aepyornis maximus / Aepyornis titan / Aepyornis modestus
† Aepyornis medius / Aepyornis grandidieri / Aepyornis cursor / Aepyornis lentus
† Mullerornis betsilei
† Mullerornis agilis
† Mullerornis rudis / Flacourtia rudis



Ρέα

Ρέα, ή Ναντού Rhea (Rheidae)

Η οικογένεια Ρεϊδών Rhea (Rheidae) περιλαμβάνει δύο είδη μεγαλόσωμων πουλιών χωρίς πτητική ικανότητα, ιθαγενή από τη νότια Αμερική που ανήκουν στα Στρουθιονόμορφα (Struthioniformes). Μοιάζουν αρκετά με την Αφρικανική Στρουθοκάμηλο. Ανατομικά και ταξινομικά όμως διαφέρουν σαφώς από την Στρουθοκάμηλο, η ομοιότητα είναι το αποτέλεσμα της συγκλίνουσας εξέλιξης. Τα τυπικά χαρακτηριστικά είναι το επίπεδο στήθος, τα σχετικά μεγάλα μάτια και το πλατύ και επίπεδο ράμφος. Χαρακτηριστικά μεγάλα πουλιά που ζούν στις υποτροπικές και εύκρατες περιοχές της νότιας Αμερικής.
Η εξωτερική εμφάνιση σε σχέση με την Αφρικανική Στρουθοκάμηλο είναι τόσο όμοια που σε παλαιότερη βιβλιογραφία αναφέρεται ώς νοτιοαμερικανική Στρουθοκάμηλος, ωστόσο στην πραγματικότητα υπάρχουν σημαντικές διαφορές. Ακόμη και το μεγαλύτερο είδος Rhea (Rhea americana) είναι κατά πολύ μικρότερο από μία Στρουθοκάμηλο, φτάνει σε ύψος έως 140 εκατοστά, το ήμισυ της Στρουθοκαμήλου. Το μέγιστο βάρος είναι ανάλογο με το υποείδος. Τα μικρότερα υποείδη φτάνουν σε σωματικό βάρος μέχρι 20 κιλά, ενώ το μεγαλύτερο υποείδος που συναντάται στην Αργεντινή μπορεί να φτάσει μέχρι 50 κιλά. Επίσης τα είδη της οικογένειας Rhea έχουν φτερωτό λαιμό και κεφάλι σε αντίθεση με την Στρουθοκάμηλο που αυτά τα σημεία είναι γυμνά. Όπως και τα περισσότερα είδη Στρουθιονίδων έχουν τρία δάχτυλα σε κάθε πόδι, η Στρουθοκάμηλος έχει μόνο δύο δάχτυλα. Το καστανωπό-γκρίζο φτέρωμά του είναι πολύ μακρύ και απαλό στον κορμό, ενώ στους μηρούς, στον λαιμό και στο κεφάλι τα πούπουλα είναι στενά και κοντά. Τα αρσενικά είναι λίγο μεγαλύτερα σε μέγεθος από τα θηλυκά και η βάση του λαιμού τους είναι μαύρη. Οι φτερούγες των ειδών της οικογένειας Rhea είναι οι μεγαλύτερες όλων των Στρουθιονιδών. Παρά το γεγονός ότι ​​λόγω υπερβολικά μεγάλου βάρους δεν πετούν, χρησιμοποιούνται κυρίως για στατικούς σκοπούς, για να ελέγχουν την ισορροπία στις μεγάλες ταχύτητες. Επιπλέον η κάθε φτερούγα φέρει ένα αιχμηρό νύχι το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως όπλο.
Δεν είναι τόσο γρήγοροι δρομείς όσο οι Στρουθοκάμηλοι, αλλά όμως επιτυγχάνουν αξιόλογες ταχύτητες μέχρι 60 χιλιομέτρων ανά ώρα. Επίσης είναι καλοί κολυμβητές, μπορούν να διασχίσουν ένα ποτάμι με μεγάλη ευκολία.
Τάξη: Στρουθιονόμορφα (Struthioniformes)

Μεγάλη Ρέα, Greater Rhea (Rhea americana)




Μικρή Ρέα, Lesser Rhea (Rhea pennata) ή (Pterocnemia pennata)




Βιότοπος – εμφάνιση: Συναντούνται στις χώρες της νότιας Αμερικής όπως στην Αργεντινή, τη Χιλή, την Παραγουάη, την Ουρουγουάη, τη Βραζιλία και τη Βολιβία.
Το είδος (Rhea pennata) ή πτεροκνημία η φτερωτή (Pterocnemia pennata) γνωστό και ως ρέα του Δαρβίνου ή μικρή ρέα συναντάται κυρίως στο νοτιότερο άκρο του Περού. Προτιμούν ανοιχτά ενδιαιτήματα σαβάνες κυρίως, στις περιοχές Gran Chaco, Pampas, στις πεδινές εκτάσεις της Παταγωνίας και στα υψίπεδα των Άνδεων. Το είδος (Rhea americana) προτιμά χαμηλότερα υψόμετρα σε θερμότερα κλίματα, ενώ το είδος (Pterocnemia pennata) συναντάται και σε μεγάλα υψόμετρα μέχρι τα 4500 μέτρα.

Διατροφή: Είναι παμφάγα πουλιά, προτιμούν κυρίως πλατύφυλλα φυτά, αλλά και διάφορους σπόρους, φρούτα, ρίζες, έντομα και μικρά σπονδυλωτά, όπως σαύρες, βάτραχους, φίδια και πουλιά. Καλύπτουν τις ανάγκες τους σε νερό σε μεγάλο βαθμό από το υγρό περιεχόμενο της τροφής τους, τόσο που σπάνια χρειάζεται να πιούν νερό. Όπως και οι υπόλοιπες Στρουθιονίδες για την καλύτερη πέψη καταπίνουν άμμο και πετραδάκια.

Αναπαραγωγή: Ωριμάζουν σεξουαλικά σε 2-3 χρόνια. Η εποχή του ζευγαρώματος είναι από το Σεπτέμβριο έως το Δεκέμβριο. Είναι πολυγαμικά, το αρσενικό εξασφαλίζει μια κυρίαρχη περιοχή και συγκεντρώνει πολλές θηλυκές. Οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στα αρσενικά καταλήγουν συνήθως σε λακτίσματα και τσιμπήματα. Στο τέλος τα αρσενικά συγκεντρώνουν περίπου από δύο έως δώδεκα θηλυκά για να ερωτοτροπήσουν.
Τα θηλυκά γεννούν χρυσοκίτρινα αυγά σε μια λακκοειδή φωλιά στο έδαφος, το μέγεθος της φωλιάς είναι περίπου 1 μέτρο πλάτος και 12 εκατοστά βάθος. Συγκεντώνονται στη φωλιά από όλα τα θηλυκά 13 έως 30 αυγά, σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις έως και 80 αυγά. Αφού τα θηλυκά γεννήσουν τα αυγά, αποχωρούν από την επικράτεια και μπαίνουν στην περιοχή άλλου αρσενικού για να συνεχίσουν την αναπαραγωγή. Το αρσενικό μένει μόνο του και συνεπώς είναι υπεύθυνο για την επώαση των αυγών. Κατά τη διάρκεια της επώασης που διαρκεί 35 έως 40 ημέρες το αρσενικό είναι εξαιρετικά επιθετικό προς όλους τους εισβολείς του ίδιου ή διαφορετικού είδους. Αυτή η συμπεριφορά ισχύει επίσης και για τα θηλυκά που έρχονται καθυστερημένα για να γεννήσουν αυγά. Αφού πλέον δεν μπορούν να γεννήσουν στη φωλιά, εναποποθέτουν τα αυγά γύρω από τη φωλιά. Έτσι υπάρχει το φαινόμενο γύρω από κάθε φωλιά να υπάρχουν χαλασμένα αυγά σε σήψη. Αποτέλεσμα τα χαλασμένα αυγά προσελκύουν διάφορα έντομα, που εξυπηρετούν τις διατροφικές ανάγκες των αρσενικών κατά τη διάρκεια της επώασης.
Μετά την εκκόλαψη, οι νεοσσοί παραμένουν για έξι μήνες περίπου κοντά στο αρσενικό που τα φροντίζει και τα προστατεύει από κάθε εισβολέα που εισέρχεται στο έδαφός του.

Η οικογένεια Ρέα, Rhea (Rheidae) χωρίζεται σε δύο γένη με ένα είδος το καθένα:
Μεγάλη Ρέα, Greater Rhea (Rhea americana) υποείδη:
❶ Rhea americana americana ζεί στην κεντρική και ανατολική Βραζιλία.
❷ Rhea americana intermedia, ζεί στη νοτιοανατολική Βραζιλία, Rio Grande do Sul και την Ουρουγουάη.
❸ Rhea americana nobilis, ζεί στην ανατολική Παραγουάη.
❹ Rhea americana araneipes, ζεί από το Chaco της Παραγουάης, τη Βολιβία μέχρι το Mato Grosso στη Βραζιλία.
❺ Rhea americana albescens, πεδιάδες της Αργεντινής νότια του Rio Negro.

Μικρή Ρέα, Lesser Rhea (Rhea pennata) ή (Pterocnemia pennata) υποείδη:
❶ Rhea pennata garleppi, ζεί στο νοτιοανατολικό Περού, Βολιβία, νοτιοδυτική και βορειοδυτική Αργεντινή.
❷ Rhea pennata tarapacensis, ζεί στην βόρεια Χιλή.
❸ Rhea pennata pennata, ζεί στην στέπες της Παταγονίας στη νότια Αργεντινή και τη νότια Χιλή.
Back To Top