Μεγαποδίδες

Μεγαποδίδες (megapodiidae) Μεγαποδίδες

Οικογένεια Ορνιθόμορφων πτηνών, η οποία περιλαμβάνει εφτά γένη με 22 είδη που εμφανίζονται από την Αυστραλία μέχρι τη Μαλαισία. Είναι χερσαία, μη μεταναστευτικά πουλιά μεσαίου μεγέθους με κυρίως καφέ, μαύρο και γκρι αποχρώσεις φτερώματος και με μικρή ουρά· Το γυμνό από φτέρωμα κεφάλι σε πολλά είδη είναι πολύχρωμο και σε ορισμένα είδη εκτείνεται και στο λαιμό, το είδος Macrocephalon maleo φέρει στην κορυφή του κεφαλιού κεράτινο λοφίο. Εχουν μεγάλα, δυνατά πόδια με αιχμηρά νύχια, απ’ όπου και η ελληνική ονομασία της οικογένειας.
Κατηγορία: Ορνιθόμορφα | Μεγαποδίδες (megapodiidae)

    Megapodius-laperouse             Alectura lathami           Aepypodius arfakianus
Το μήκος τους κυμαίνεται από 28 έως 70 εκατοστά. Τα μικρότερα είδη είναι το Megapodius Laperouse και το Eulipoa wallacei που ζούνε στην ινδονησία και στα νησιά του αρχιπέλαγους Μολούκες (Maluku). Ο φυλετικός διμορφισμός σε πολλά είδη δεν υφίσταται, ενώ στα υπόλοιπα δεν είναι έντονος, συνήθως τα αρσενικά είναι ελαφρώς μεγαλύτερα και με εντονότερα χρώματα στο κεφάλι και στο λαιμό. Οι φτερούγες τους είναι μεγάλες και στρογγυλές και επιτρέπουν πτήσεις μικρών αποστάσεων κυρίως σε περίπτωση ανάγκης. Τα μεγαλύτερα είδη μπορούν να πετάξουν αποστάσεις λίγων μέτρων.
Διακρίνονται από τα άλλα πουλιά από το γεγονός ότι δεν κλωσσάνε τα αβγά τους, αλλά τα εναποθέτουν σε σωρούς από χώμα και φύλλα, επιτρέποντάς τους να επωαστούν από τη γεωθερμική θερμότητα ή από τη θερμότητα του ήλιου και του αποσυντιθέμενου φυτικού υλικού. Οι φωλιές των πουλιών αυτών, οι οποίες βρίσκονται πάντοτε κοντά σε ποτάμι ή πάνω σε ζεστό ηφαιστειακό έδαφος, έχουν τη μορφή μικρού λόφου και μπορεί να φθάνουν τα 5μ. σε ύψος και τα 12 μ. σε διάμετρο. Το αρσενικό παραμένει κοντά στη φωλιά καθ’ όλη την επωαστική περίοδο και ρυθμίζει τη θερμοκρασία της, προσθέτοντας ή αφαιρώντας υλικό. Οι νεοσσοί εκκολάπτονται σε προχωρημένο στάδιο ανάπτυξης και είναι ικανοί να πετούν και να βρίσκουν μόνοι τους την τροφή τους, χωρίς τη βοήθεια των γονιών τους. Οι Μεγαποδίδες είναι παμφάγα πτηνά και η δίαιτα τους περιλαμβάνει έντομα, μικρά ζώα, φρούτα και σπόρους.


Νουμιδίδες

Νουμιδίδες (Numididae) Φραγκόκοτα

Οικογένεια πτηνών της τάξης των ορνιθομόρφων. Περιλαμβάνει 4 γένη με 6 συνολικά είδη, ιθαγενή της Αφρικής, τα οποία είναι γνωστά με την κοινή ονομασία φραγκόκοτες. Τα πουλιά αυτά, μήκους 45-70 εκατοστών, χαρακτηρίζονται από γυμνό λαιμό πολύ συχνά πολύχρωμο και κεφάλι, με εξαίρεση ορισμένα είδη που φέρουν στην κορυφή του κεφαλιού ένα λοφίο από φτερά. Το φτέρωμά τους είναι συνήθως σκουρόχρωμο (μαύρο ή γκρι χρώμα), διάστικτο από λευκές κηλίδες, Μόνο το είδος Acryllium vulturinum έχει μπλε φτέρωμα στο στήθος και στην κοιλιά και το είδος Agelastes meleagrides άσπρο στήθος. Σεξουαλικός διμορφισμός ανάμεσα στα δύο φύλα δεν υπάρχει, τα περισσότερα αρσενικά είναι ελαφρώς μεγαλύτερα από τα θηλυκά.
Εκτός από την εποχή της αναπαραγωγής σχηματίζουν ομάδες. Αυτές οι ομάδες είναι αρκετά σταθερές στη σύνθεσή τους, διαλύονται κατά τις περιόδους αναπαραγωγής και ξανασχηματίζονται με τα ίδια πουλιά στο τέλος της αναπαραγωγικής περιόδου. Το μέγεθος των ομάδων που ζούν στα δάση, είναι συνήθως λιγότερο από 10 πουλιά ανά ομάδα, ενώ στις σαβάνες συνήθως μέχρι 40, σε σπάνιες περιπτώσεις μέχρι και 200 πουλιά.
Το φυσικό εύρος εξάπλωσης περιλαμβάνει την υποσαχάρια Αφρική, με εξαίρεση περιοχές χωρίς βλάστηση. Βόρεια της Σαχάρας, υπάρχει μια απομονωμένη αποικία του είδους Μελεαγρίδα (Numida meleagris), στο βορειοδυτικό Μαρόκο.
Πρόσφατα έχουν εγκατασταθεί από τον άνθρωπο σε πολλές άλλες περιοχές του κόσμου, όπως σε πολλά νησιά της Καραϊβικής στην Αραβική Χερσόνησο και στη Μαδαγασκάρη.
Οι Νουμιδίδες ζουν σε άγρια κατάσταση, στις στέπες και στα λιβάδια, αποφεύγοντας την πυκνή βλάστηση, ωστόσο οι οικότοποι διαφέρουν ανάλογα με το είδος.
Τα είδη του γένους Agelastes και το είδος Guttera plumifera ζουν σε τροπικά δάση και αποφεύγουν την εγγύτητα των ανθρώπων.
Η Μελεαγρίδα (Numida meleagris) προτιμά ανοικτές εκτάσεις, ιδιαίτερα στην αφρικανική σαβάνα, βασική προϋπόθεση είναι η παρουσία νερού, δεδομένου ότι πρέπει να πίνει τακτικά.
Το είδος Acryllium vulturinum όμως δεν χρειάζεται πολύ νερό και ως εκ τούτου συχνά προτιμά άγονες περιοχές με ελάχιστο νερό, αλλά συναντάται και σε σαβάνες και δάση.
Τρέφονται με σπόρους, φρούτα, βολβούς και έντομα, σπανίως και με μικρά σπονδυλωτά.
Τα ζευγάρια είναι εποχιακά μονογαμικά. Γενούν 6 έως 20 αυγά τα οποία αποθέτουν σε φωλιές στο έδαφος· την επώαση αναλαμβάνει το θηλυκό, ενώ το αρσενικό συμμετέχει εξίσου στη φροντίδα των νεοσσών.
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά είδη της οικογένειας, και το μεγαλύτερο σε μέγεθος, είναι το Acryllium vulturinum· από τον λαιμό του ξεκινούν μεγάλα φτερά με γαλάζιο, άσπρο και μαύρο χρώμα, τα οποία εκτείνονται μέχρι την πλάτη και το στήθος. Το είδος Agelastes meleagrides, το οποίο φέρει μαύρο φτέρωμα με ένα άσπρο κολάρο, είναι ένα από τα περισσότερο απειλούμενα με εξαφάνιση είδη ζώων της Αφρικής.

Οικογένεια: Νουμιδίδες (Numididae) Γένη και είδη
Γένος Agelastes
✓ Agelastes meleagrides
✓ Agelastes niger
Γένος Νουμίδα, Numida
✓ Μελεαγρίδα (Numida meleagris)
Γένος Guttera
✓ Guttera plumifera
✓ Guttera pucherani
Γένος Acryillium
✓ Acryllium vulturinum

Κείμενο: Ζιάκας Ηλίας






Κατηγορία:

Φραγκόκοτα

Φραγκόκοτα, Μελεαγρίδα (Numida meleagris), Γένος Νουμίδα (Numida) Φραγκόκοτα

Η Φραγκόκοτα (Numida meleagris) είναι χαρακτηριστική εκπρόσωπος της τάξης Ορνιθόμορφα και το μοναδικό είδος του γένους Νουμίδα (Numida).
Η Φραγκόκοτα φτάνει σε μήκος από 53 έως 63 εκατοστά και σωματικό βάρος από 1.15 έως 1.6 κιλά. Τα θηλυκά είναι ελαφρώς μικρότερα κατά τα άλλα μοιάζουν εμφανισιακά με τα αρσενικά. Το κεφάλι και ο τράχηλος είναι σε μεγάλο βαθμό άπτερα, το γυμνό δέρμα είναι γαλαζωπό και ανοιχτό κόκκινο. Χαρακτηριστικό είναι το κεράτινο λοφίο που φέρει στην κορυφή του κεφαλιού, ενώ εκατέρωθεν του ράμφους του υπάρχουν δύο σαρκώδη λειριά. Ανάλογα με την περιοχή εξάπλωσης διακρίνονται διάφορα υποείδη της κοινής φραγκόκοτας, τα οποία διαφέρουν ως προς τη μορφή και το χρώμα των λειριών και ως προς το μέγεθος και το σχήμα του κρανιακού εξογκώματος. Το φτέρωμα είναι ανοιχτό μαύρο, γκριζωπό με πολλές άσπρες κουκκίδες. Οι νεοσσοί έχουν καφετί φτέρωμα. Ο χρωματισμός στο φτέρωμα και στον λαιμό καθώς και το μέγεθος της γυμνής άπτερης επιφάνειας, διαφέρει ανάλογα με το υποείδος. Έχει κοντή ουρά και μικρές στρογγυλεμένες φτερούγες, οι οποίες καθιστούν το ζώο ικανό να πετά, αλλά όχι για μεγάλες αποστάσεις.

Κατηγορία: Ορνιθόμορφα | Οικογένεια Νουμιδίδες (Numididae)





Οικογένεια: Ορνιθόμορφα
Βιότοπος – εμφάνιση: Η περιοχή διανομής είναι η υποσαχάρια Αφρική, με εξαίρεση τα τροπικά δάση. Εισήχθη εν μέρει στο Πράσινο Ακρωτήριο, στα νησιά της Καραϊβικής, τη νότια Αραβία και τη Μαδαγασκάρη. Η Φραγκόκοτα προτιμά ζεστούς, ξηρούς και ανοιχτούς οικοτόπους, όπως παρυφές δασών, σαβάνες, στέπες, ημιέρημους ή καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Βασική προυπόθεση η πρόσβαση σε πόσιμο νερό. Συναντάται σε υψόμετρα έως και τα 3000 μέτρα.

Διατροφή: Η Φραγκόκοτα είναι παμφάγο πουλί. Τρέφεται κυρίως με διάφορους σπόρους, βολβούς, ρίζες και με διάφορα δημητριακά. Εκτός απο τή φυτική τροφή προτιμά και διάφορα έντομα, περίπου 12% της διατροφής τους όπως (κυρίως τερμίτες και ακρίδες), σαλιγκάρια και σαρανταποδαρούσες.

Αναπαραγωγή: Η Φραγκόκοτα αναπαράγεται στο Μαρόκο από το Μάρτιο έως το Μάιο, στη Δυτική Αφρική από το Μάιο έως τον Ιούλιο, στη νότια Αφρική κυρίως από το Νοέμβριο μέχρι τον Ιανουάριο. Γεννάει συνήθως από 6 έως 12 αυγά. Τα αυγά είναι κιτρινωπά, ανοιχτό καφέ με σκούρα στίγματα, μερικές φορές και άσπρα. Η εκκόλαψη διαρκεί περίπου 24 έως 28 ημέρες. Οι νεοσσοί μέσα σε 30 εβδομάδες φτάνουν το βάρος των ενήλικων.

Διάφορα: Το είδος είναι αρκετά κοινό, πιθανώς να υπάρχουν πάνω από ένα εκατομμύριο πουλιά και θεωρείται ότι "δεν διατρέχει κίνδυνο". Μόνο ένα υποείδος που ζεί σε μια μικρή περιοχή του Μαρόκου (Numida meleagris sabyi) ενδεχομένως έχει εξαφανιστεί, ωστόσο υπάρχει πιθανότητα να επιζεί στα βουνά του Ατλαντα.
Η Μελεαγρίδα ήταν από τα πρώτα πουλιά που εξημερώθηκαν από τον άνθρωπο πιθανότατα στην Αίγυπτο, όπου ζούσε και σε άγρια ​​μορφή κατά την αρχαιότητα. Επίσης οι Φοίνικες και οι Έλληνες είχαν οικόσιτες εξημερωμένες Μελεαγρίδες πριν ακόμη γίνει γνωστή στην υπόλοιπη Ευρώπη. Στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν ένα δημοφιλές έδεσμα.
Στην Ευρώπη μεταφέρθηκε για δεύτερη φορά σαν οικόσιτη πρώτα στη Γαλλία το 16ο αιώνα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, Τσεχία και Γερμανία κατά τον 18ο αιώνα.
Η ονομασία Μελεαγρίς προέρχεται από την ελληνική μυθολογία στη Φραγκόκοτα δόθηκε σαν επιστημονική ονομασία του είδους Μελεαγρίδα (Numida meleagris), ενώ στη Γαλοπούλα το όνομα του γένους Μελεαγρίς (Meleagris) και της οικογένειας Μελεαγρίδες (Meleagridinae).
Η Φραγκόκοτα βγάζει έναν δυνατό και χαρακτηριστικό ήχο, κυρίως όταν αισθάνεται ότι απειλείται.

Διανομή και υποείδη (Numida meleagris)
Επί του παρόντος αναγνωρίζονται εννέα υποείδη:
N. m. sabyi, συναντάται στο Μαρόκο.
N. m. Galeata, συναντάται στη δυτική Αφρική στο Τσαντ και τη βόρεια Αγκόλα.
N. m. meleagris, συναντάται στο Τσαντ στην Αιθιοπία, την Ουγκάντα ​​και την Κένυα.
N. m. somaliensis, συναντάται στη Σομαλία και στη βορειοανατολική Αιθιοπία.
N. m. reichenowi, συναντάται στην Κένυα και στην Τανζανία.
N. m. mitrata, συναντάται στην Τανζανία, στη Μοζαμβίκη, στη Ζάμπια, νότια Αγκόλα.
N. m. marungensis, συναντάται στη λεκάνη του Κονγκό και λεκάνη του Luangwa.
N. m. damarensis, συναντάται στη νότια Ανγκόλα, τη Ναμίμπια, Μποτσουάνα.
N. m. coronata, συναντάται στην ανατολική Νότια Αφρική.

Κείμενο: Ζιάκας Ηλίας



Μελεαγρίδες

Μελεαγρίδες (Meleagridinae), Γένος Μελεαγρίς (Meleagris) Κοκκινοκελάδα

Οι Μελεαγρίδες είναι μια υποοικογένεια που κατατάσεται στις Φασιανίδες (Phasianinae). Εχει δύο μόνο είδη που προέρχονται από τη βόρεια και κεντρική Αμερική. Το πιο δημοφιλές με μεγάλη διαφορά είναι η γνωστή σε όλους Γαλοπούλα (Meleagris gallopavo) από το οποίο προέρχονται όλες οι κατοικίδιες φυλές, ενώ το άλλο υπάρχον είδος είναι η (Meleagris ocellata), η οποία ζει στη χερσόνησο Γιουκατάν και είναι πιο σπάνια. Οι αρσενικές Γαλοπούλες φτάνουν σε ύψος το 1 μέτρο και βάρος τα 10 κιλά. Τα θηλυκά είναι ελαφρώς μικρότερα και κατά πολύ ελαφρύτερα (90 εκατοστά και βάρος έως 5 κιλά), αλλά πολύ μεγαλύτερα από τα υπόλοιπα Ορνιθόμορφα της βόρειας Αμερικής. Η Γαλοπούλα (Meleagris gallopavo) και η (Meleagris ocellata) μολονότι διαφέρουν στο χρωματισμό του φτερώματος, στο σκελετό είναι σχεδόν ταυτόσημα.

Κατηγορία: Ορνιθόμορφα
Μελεαγρίδες (Meleagridinae), Γένος Μελεαγρίς (Meleagris):

Ocellated Turkey (Meleagris ocellata)





Το είδος Meleagris ή Agriocharis ocellata, ιθαγενές του Μεξικού, δεν εξημερώθηκε ποτέ. Ζει σε άγρια κατάσταση και σε περιορισμένο αριθμό στα ξηρά δάση της Κεντρικής Αμερικής. Έχει μικρότερο μέγεθος από τον Meleagris gallopavo και φέρει πορτοκαλοκίτρινα εξογκώματα στην κορυφή του κεφαλιού του. Διακρίνεται, επίσης, από το προηγούμενο είδος από το γαλαζοπράσινο χρώμα του φτερώματος, το οποίο στην ουρά και στα εξωτερικά φτερά φέρει μεγάλα λαμπερά στίγματα, σχεδόν κυκλικά, τα οποία μοιάζουν με αυτά του παγονιού.

Γαλοπούλα, κούρκος ή διάνος (Meleagris gallopavo)





Η Γαλοπούλα είναι μεγαλόσωμο πουλί χαρακτηριστικής εμφάνισης, με μήκος σώματος 130 εκ. και βάρος 6-10 κιλά. Έχει γυμνό γαλαζωπό κεφάλι και μακρύ λαιμό. Στη βάση του κοντού και κυρτού ράμφους του, το αρσενικό φέρει μακρύ σάρκινο κόκκινο λειρί και πρόσθετα κάλλαια στον λαιμό. Τα αρσενικά έχουν έναν φτερωτό θύσανο στο στήθος και φέρουν ισχυρό σπιρούνι σε κάθε ταρσό. Το σώμα τους καλύπτεται από σκουρόχρωμο φτέρωμα και καταλήγει σε μεγάλη ουρά η οποία μπορεί και ανοίγει σαν βεντάλια στα αρσενικά. Οι στρογγυλές φτερούγες τους είναι χαλκοπράσινες ιριδίζουσες, με ωχροκίτρινα φτερά στην άκρη τους, όπως και στην άκρη της ουράς. Τα θηλυκά διακρίνονται από τα αρσενικά από τις μικρότερες διαστάσεις τους, τη λιγότερο έντονη απόχρωση του φτερώματος και την έλλειψη καλλαίων και σπιρουνιού. 
Η Γαλοπούλα κατασκευάζει τις φωλιές του στο έδαφος και τρέφεται με βλαστάρια, σπόρους, φρούτα, μικρά ασπόνδυλα κ.ά. Τρέχει αρκετά γρήγορα στο έδαφος, ωστόσο η πτήση του είναι σύντομη και βαριά. Τα αρσενικά είναι πολυγαμικά και κατά την αναπαραγωγική περίοδο επιδίδονται σε επιδείξεις για να προσελκύσουν το θηλυκό. Κατά την προγαμιαία συμπεριφορά ο αρσενικός Γάλος ανασηκώνει τα φτερά, ανοίγει την ουρά σαν βεντάλια, φουσκώνει τα κάλλαια και χαμηλώνει τις φτερούγες του και παράγει χαρακτηριστικούς λαρυγγισμούς, ενώ δεν διστάζει να παλέψει με άλλα αρσενικά. Το θηλυκό γεννά 8-15 αβγά, τα οποία επωάζει με αφοσίωση περίπου για 28 μέρες.
Οι ράτσες κατοικίδιας γαλοπούλας που δημιουργήθηκαν μετά την εξημέρωση του Meleagris gallopavo, διαφέρουν μεταξύ τους στο χρώμα του φτερώματος και στο βάρος, το οποίο μπορεί να ξεπεράσει τα 10 κιλά.

Ειναι εδαφόβια πουλιά, το σωματικό βάρος δεν επιτρέπει πτήσεις σε μεγάλες αποστάσεις. Διαθέτει ισχυρά πόδια και προτιμά σε καταστάσεις κινδύνου να διαφεύγει τρέχοντας παρά πετώντας. Πετάει σε μικρές αποστάσεις και μπορεί να επιτυγχάνει ταχύτητες στο αέρα μέχρι και 100 χιλιόμετρα ανά ώρα.
Το φτέρωμα είναι γενικά σκούρο καφέ και μαύρο, ειδικότερα κυρίως τα αρσενικά έχουν επιπλέον μεταλλικές πράσινες και κόκκινες ανταύγειες. Το κεφάλι και ο τράχηλος στα αρσενικά είναι άπτερα. Ένα λειρί 6 έως 8 εκατοστά υψώνεται πάνω από το ράμφος, συνήθως κρέμεται εγκάρσια ή κατά μήκος πάνω από το ράμφος. Οι γυμνές περιοχές στο κεφάλι και στο λαιμό είναι ιδιαίτερα έντονες σε περιόδους αναπαραγωγής, επιπλέον η κοινή Γαλοπούλα (Meleagris gallopavo) αλλάζει και το χρωματισμό του φτερώματος.

Βιότοπος – εμφάνιση: Το φάσμα διανομής ξεκινάει από τη νότια άκρη του Καναδά και εκτείνεται στις ΗΠΑ, το Μεξικό, το Μπελίζ και φτάνει έως τη Γουατεμάλα. Οι εξημερωμένες Γαλοπούλες συναντούνται σε όλο τον κόσμο σήμερα. Ο ιδανικός βιότοπος είναι δάση με μεγάλα ξέφωτα ή παρυφές δασικών εκτάσεων με πυκνή βλάστηση για να κρύβεται και να είναι σε θέση να αναπαράγεται, δέντρα για να κουρνιάζουν και χλοώδεις περιοχές για αναζήτηση τροφής.
Ζούν κυρίως σε ομάδες αποτελούμενες από 6 έως 20 πουλιά. Παρά το γεγονός ότι σχηματίζουν χαλαρές ομάδες των οποίων η σύνθεση αλλάζει συχνά, υπάρχει μια ιεραρχία η οποία διατηρείται με επιθετική συμπεριφορά και περιστασιακούς αγώνες ανάμεσα στα αρσενικά.

Διατροφή: Οι νεαρές γαλοπούλες στο αρχικό στάδιο της ζωής τους τρέφονται αποκλειστικά με έντομα. Μπορούν να φάνε περίπου από 3.000 έως 4.000 έντομα ημερησίως. Από την έκτη εβδομάδα μπορούν να λαμβάνουν φυτική τροφή. Οι ενήλικες γαλοπούλες τρέφονται με φυτικές τροφές όπως βατόμουρα, διάφορους σπόρους, ξηρούς καρπούς, ρίζες κυρίως το χειμώνα ή διάφορα μπουμπούκια. Τα έντομα αποτελούν κυρίως συμπληρωματική τροφή. Σε δύσκολους χειμώνες οι γαλοπούλες μπορούν να επιζήσουν μέχρι και δύο εβδομάδες χωρίς τροφή, χάνουν έως και το 50% του σωματικού τους βάρους αλλά μπορούν να το ανακτήσουν πάλι γρήγορα. Για την καλύτερη πέψη καταπίνει μικρά πετραδάκια.

Αναπαραγωγή: Γεννούν σε μιά πρόχειρη φωλιά στο έδαφος 8 έως 15 αυγά χρώματος κρεμ με καφέ κηλίδες, μέγεθος περίπου 6 x 4.5 εκατοστά και επωάζονται για 28 ημέρες.
Οι Γαλοπούλες έχουν μέγιστη διάρκεια ζωής δέκα χρόνια, συνήθως όχι περισσότερο από πέντε έτη.
Ορνιθόμορφα
Διάφορα:
· Στην Ελληνική Μυθολογία με το όνομα Μελεαγρίδες φέρονταν 4 νέες γυναίκες, συνήθως αναφερόμενες ως αδελφές του Καλυδώνιου ήρωα Μελεάγρου, και επομένως κόρες του βασιλιά της Καλυδώνας Οινέως και της Αλθαίας. Τα ονόματά τους ήταν Γόργη, Δηιάνειρα, Ευρυμήδη και Μελανίππη. Οι Μελεαγρίδες, θρηνώντας τον θάνατο του αδελφού τους, συνεχώς και αδειάλειπτα, αναγκάσθηκαν οι Ολύμπιοι θεοί από οίκτο να τις μεταμορφώσουν σε ομώνυμα πουλιά, οι γνωστοί ινδιάνοι ή γαλοπούλες συνεχίζοντας και έτσι τη θρηνώδη κραυγή τους. Κατ΄ άλλη εκδοχή αυτές μεταμορφώθηκαν από τη θεά Άρτεμι στα ομώνυμα πτηνά, τις Μελεαγρίδες όρνιθες. (Υπάρχει και ομώνυμη υπο-οικογένεια, οι Meleagridinae), τις οποίες στη συνέχεια τις απέστειλε στη Λέρο ή ακόμα μακρύτερα στις Ινδίες απ΄ όπου και έρχονταν από καιρού εις καιρό για να θρηνήσουν τον αδελφό τους πάνω από τον τάφο του.
Ωστόσο, κατά μία άλλη εκδοχή, όπως σημειώνει ο Νίκανδρος, (γραμματικός του 2ου αιώνα), μετά από παράκληση του θεού Διονύσου, δύο από αυτές, η Γόργη και η Δηιάνειρα, ή απέφυγαν την μεταμόρφωση ή κατάφεραν την απορνέωση οπότε και επανέκτησαν την ανθρώπινη μορφή τους. Οι άλλες δύο Μελεαγρίδες πουλιά ήταν εκείνα που μεταφέρθηκαν από την Άρτεμι στη νήσο Λέρο.

· Ο Λινναίος έδωσε το όνομα μελεαγρίς στη φραγκόκοτα σαν όνομα είδους, αλλά στην γαλοπούλα σαν όνομα γένους: η wild turkey είναι Meleagris gallopavo!
pavo, είναι το παγόνι στα λατινικά (pavone στα ιταλικά). Pavo λένε οι Ισπανοί και το παγόνι και τη γαλοπούλα. οι Βιετναμέζοι λένε τη γαλοπούλα «όρνιθα της Δύσης», οι Ρώσοι και οι Πολωνοί «ινδική», οι Γάλλοι «διάνο» (dinde, από το poulet d’inde), οι Άραβες «Ρωμιό πετεινό».

· Η ευρωπαϊκή της πορεία ξεκίνησε από τους Ισπανούς που την ανακάλυψαν λίγα χρόνια πριν το 1500. Λέγεται, ακόμη, ότι ο Ερρίκος Η' ήταν ο πρώτος Βρετανός μονάρχης που τεμάχισε γαλοπούλα σε γιορτινό τραπέζι, κάτι που ακόμα και σήμερα στην Ημέρα των Ευχαριστιών στην Αμερική όπου τρώγεται η γαλοπούλα, θεωρείται αποκλειστική υπόθεση του αρχηγού της οικογένειας.

· Η γαλοπούλα έχει καθιερωθεί ως χριστουγεννιάτικο φαγητό ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα. Στη Γαλλία, οι γαλοπούλες πρωτοδιακινήθηκαν από Ιησουίτες και ως εκ τούτου σε πολλές τοπικές διαλέκτους η λέξη «jesuite» σημαίνει γαλοπούλα. Στις αρχές αυτού του αιώνα η γαλοπούλα έγινε και είδος μαζικής κατανάλωσης. Στην Αγγλία ελλείψει μεγάλων μεταφορικών μέσων οι πτηνοτρόφοι του Νόρφολκ τις έβαζαν να περπατούν περισσότερα από εκατό χιλιόμετρα μέχρι να φτάσουν στο Λονδίνο. Κι επειδή τα κακόμοιρα τα πτηνά δεν έχουν γερά πόδια είτε τα κάλυπταν με ύφασμα είτε με... πίσσα για να αντέχουν.

· Άλλη ιστορία, ή καλύτερα οι μύθοι, αναφέρουν ότι τη γαλοπούλα συνάντησαν για πρώτη φορά, ανάμεσα σε τεράστιες φυτείες καλαμποκιού, οι Ισπανοί κατακτητές που έφτασαν στο Μεξικό τον 17ο αιώνα. Πιστεύοντας μάλιστα ότι είχαν ανακαλύψει τις Ινδίες, ονόμασαν αυτό το εντυπωσιακά μεγάλο πουλερικό, «ινδική όρνιθα», ονομασία που αποτελεί μέχρι σήμερα τον επιστημονικό της όρο. Όταν αποφάσισαν, εκεί γύρω στα 1824 να μεταφέρουν τη γαλοπούλα από το Νέο Κόσμο στη Γηραιά Ήπειρο, δεν μπορούσαν να φανταστούν την εξέλιξη και την πορεία του παράξενου αυτού πουλιού, που σύντομα θα κατακτούσε τα χριστουγεννιάτικα τραπέζια της Ευρώπης. Μέχρι τότε, η κότα, η χήνα, η πάπια ακόμα και ο κύκνος αποτελούσαν αγαπημένες γαστριμαργικές επιλογές των Ισπανών, των Άγγλων και των Γάλλων για την ημέρα των Χριστουγέννων. Ωστόσο, το μέγεθος της γαλοπούλας την έκανε αμέσως ελκυστική και ιδανική για οικογενειακά γεύματα.
Κείμενο: Ζιάκας Ηλίας



Χαμωτίδα

Χαμωτίδα ή Νανόγαλος, Little Bustard (Tetrax tetrax) Χαμωτίδα

Η Χαμωτίδα (Tetrax tetrax, κατά τον 19ο αιώνα Otis tetrax) είναι το μικρότερο σε μέγεθος είδος της οικογένειας Ωτίδες (Otididae). Το μήκος της Χαμωτίδας κυμαίνεται από 40 έως 45 εκατοστά, άνοιγμα φτερών από 83 έως 91 εκατοστά και το βάρος κυμαίνεται από 500 έως 900 γραμμάρια. Ο λαιμός του αρσενικού κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγής είναι κατάμαυρος με δύο άσπρες λωρίδες. Κεφάλι και λαιμός είναι γκρίζα, το πάνω μέρος του σώματος γκριζοκαφέ με σκούρα σχέδια και λευκό το κάτω μέρος.

Τάξη: Γερανίδες (Gruiformes) | Οικογένεια: Ωτίδες (Otididae))




Αναπαραγωγή: Αναπαράγεται μια φορά το χρόνο συνήθως από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο, χαρακτηριστικό το τελετουργικό ερωτοτροπίας του αρσενικού που ανασηκώνει τα φτερά γύρω από το λαιμό του προβάλοντας την ουρά του και πηδώντας στον αέρα. Το θηλυκό γεννά 3 έως 5 αυγά σε μια φωλιά επιμελώς κρυμμένη στο έδαφος ανάμεσα σε πυκνή βλάστηση. Η επώαση διαρκεί 20 έως 22 ημέρες. Το θηλυκό αναλαμβάνει την φροντίδα των νεοσσών μέχρι να αναπτυχθούν πλήρως, συνήθως σε 50 έως 55 ημέρες. Οι νεοσσοί συνήθως παραμένουν με το θηλυκό κατά τη διάρκεια του πρώτου χειμώνα. Η σεξουαλική ωριμότητα έρχεται κατά το πρώτο ή δεύτερο έτος για τα θηλυκά και το δεύτερο έτος για τα αρσενικά.

Διατροφή: Η Χαμωτίδα είναι παμφάγο πουλί, τρέφεται με διάφορους σπόρους, ρίζες, βλαστούς, διάφορα ασπόνδυλα κυρίως σκαθάρια και ακρίδες ιδίως το καλοκαίρι. Οι νεοσσοί τρέφονται κυρίως με έντομα κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών της ζωής, ιδιαίτερα με ακρίδες.
Σχηματίζει μεγάλες ομάδες εκτός από την εποχή της αναπαραγωγής.

Διανομή και ενδιαίτημα: Η Χαμωτίδα συναντάται στη νότια Ευρώπη, στην Ισπανία, την Πορτογαλία, τη νότια Γαλλία και τη Σαρδηνία, καθώς και σε μεμονωμένα μέρη στην Ιταλία και στα βαλκάνια. Στο βόρειο τμήμα της Γαλλίας συναντάται την περίοδο του καλοκαιριού. Εκτός από την Ευρώπη συναντάται στη βόρεια Αφρική και στις στέπες μεταξύ της Μαύρης Θάλασσας και της λίμνης Balkhash. Προτιμά χέρσα λιβάδια και καλλιεργήσιμες εκτάσεις με επαρκή κάλυψη, συχνά σε ξηρές ή βραχώδεις περιοχές.
Στην Ιβηρική Χερσόνησο η Χαμωτίδα συναντάται κυρίως σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις με ψυχανθή και εκτάσεις που βρίσκονται σε αγρανάπαυση με υψηλή χλωριδική κάλυψη. Το ύψος της βλάστησης είναι πολύ σημαντικό, τα αρσενικά συνήθως επιλέγουν ένα μέσο ύψος βλάστησης που δεν υπερβαίνει τα 20 εκατοστά. Το είδος παρουσιάζει κάποια σχετική ανοχή στην εγγύτητα με την ανθρώπινη όχληση.
Κίνδυνοι απειλές:
Η Χαμωτίδα ήταν κάποτε ευρέως διαδεδομένη στη Γερμανία, την Πολωνία, την Αυστρία, την Τσεχική Δημοκρατία, τη Σλοβακία και την Ουγγαρία. Ομως απο τις αρχές του 20ου αιώνα εξαφανίστηκαν από την κεντρική Ευρώπη κυρίως λόγω της εντατικής γεωργίας και της άρδευσης. Σαν είδος αναπαραγωγής εξαφανίστηκε από πολλές χώρες, όπως η Αλγερία, η Τυνησία, η Γερμανία το 1907, η Πολωνία το 1909, η Σλοβακία, η Αυστρία το 1921, η Ουγγαρία το 1952, η Σερβίας το 1948, και στα μέσα του 20ου αιώνα στην Ελλάδα, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, τη Μολδαβία και κατά πάσα πιθανότητα Τουρκία και Αζερμπαϊτζάν.
Σήμερα ο πλησιέστερος τόπος αναπαραγωγής στην κεντρική Ευρώπη είναι η Γαλλία.
Το σύνολο του ευρωπαϊκού πληθυσμού εκτιμάται σε 120.000 έως 300.000 αναπαραγωγικά ζευγάρια. Αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 75 έως 94 τοις εκατό του παγκόσμιου πληθυσμού. Περίπου το 90 τοις εκατό των ευρωπαϊκών πουλιών που αναπαράγονται βρίσκονται στην Ιβηρική Χερσόνησο. Περίπου 10.000 έως 20.000 αναπαραγωγικά ζευγάρια ζουν στο ευρωπαϊκό τμήμα της Ρωσίας και επιπλέον 20.000 στο Καζακστάν.
Back To Top