Κολιμπρί

Κολιμπρί, Kolibris (Trochilidae) Κολιμπρί

Κολιμπρί κοινή ονομασία Αποδόμορφων (Apodiformes) πτηνών, της οικογένειας των Τροχιλιδών. Το φτέρωμά τους, συχνά στολισμένο με λοφία και μπούκλες –ιδιαίτερα των αρσενικών–, έχει ζωηρά χρώματα με μεταλλική λάμψη. Συνήθως το κεφάλι, ο λαιμός και το στήθος έχουν ιριδίζοντα χρώματα. Το ράμφος τους είναι λεπτό, μυτερό, ίσιο ή ελαφρώς κυρτό. Η γλώσσα τους –πολύ μακριά, κυλινδρική και δισχιδής– αποτελείται από δύο μέρη και μοιάζει με σωλήνα κατάλληλο να απορροφά το νέκταρ των λουλουδιών, ή να προσλαμβάνει γύρη, μικρές αράχνες και έντομα. Η καρδιά είναι πολύ μεγάλη σε αναλογία με το σώμα και κτυπά 400 έως 500 φορές ανά λεπτό. Κατά τη διάρκεια του ύπνου πολλά είδη Κολιμπρί μειώνουν τον καρδιακό ρυθμό τους για εξοικονόμηση ενέργειας.

Αποδόμορφα (Apodiformes) - ✔Κολιμπρί (Trochilidae)



Archilochus
Selasphorus rufus
Patagona gigas


Mellisuga helenae
Loddigesia mirabilis
❶ Archilochus colubris
❷ Selasphorus rufus
❸ Patagona gigas
❹ Mellisuga helenae
❺ Loddigesia mirabilis

Τα πουλιά αυτά, λόγω του πολύ μικρού μεγέθους τους και της ικανότητάς τους να φτεροκοπούν ταχύτατα, αιωρούμενα σε ένα σημείο και παράγοντας βόμβο, θυμίζουν έντομα. Τα πόδια τους είναι πολύ κοντά, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να περπατήσουν ή να αναρριχηθούν.
Τα Κολιμπρί αποκτούν την τροφή τους πετώντας πάνω από τα άνθη, χωρίς να κάθονται σε αυτά· είναι, μάλιστα, τα μοναδικά πουλιά που μπορούν να πετάξουν προς τα πίσω.

Τα Κολιμπρί φτιάχνουν τη φωλιά τους σε σχήμα μικρού κυπέλλου πάνω στα φυτά, χρησιμοποιώντας λεπτότατα υλικά φυτικής ή ζωικής προέλευσης. Τα μικροσκοπικά αβγά, 1-2 σε κάθε επώαση, έχουν θαμπό άσπρο χρώμα. Οι νεοσσοί τρέφονται με προχωνευμένη τροφή, την οποία εισάγει η μητέρα με το ράμφος της κατευθείαν στο στόμα τους.

Η οικογένεια περιλαμβάνει περισσότερα από 300 είδη μικρόσωμων πουλιών, διάσπαρτα στη Βόρεια και Νότια Αμερική, κυρίως στις τροπικές ζώνες.
Τα είδη των βόρειων περιοχών (❶ Archilochus colubris και ❷ Selasphorus rufus) μεταναστεύουν κάθε χρόνο από τις βορειότερες περιοχές της Βόρειας Αμερικής, όπου φωλιάζουν, στο Μεξικό και στην Κεντρική Αμερική, για να διαχειμάσουν.

Το πιο μεγαλόσωμο Κολιμπρί είναι του είδους ❸ Patagona gigas, ιθαγενές των Άνδεων, που έχει διαστάσεις Πετροχελίδονου (Apus apus).

Το πιο μικρόσωμο είδος είναι η ❹ Mellisuga helenae της Κούβας, συνολικού μήκους περίπου 6 εκατοστά και ζυγίζει περίπου 1,8 γραμμάρια. Το φτέρωμα των αρσενικών είναι πράσινου χρώματος και του θηλυκού μπλε-πράσινο. Το χρώμα της κάτω πλευράς είναι ανοικτό γκρι και στα δύο φύλα. Οι άκρες των φτερών της ουράς στα θηλυκά είναι διάστικτες λευκές, ενώ τα αρσενικά είναι αναγνωρίσιμα από το μεταλλικό κόκκινο χρωματισμό της κεφαλής και του λαιμού. Τρέφεται αποκλειστικά με νέκταρ.

Το πιο παράξενο είδος Κολιμπρί, η ❺ Loddigesia mirabilis του βόρειου Περού· το Κολιμπρί αυτό έχει δύο μακριά ουραία νηματόμορφα πτερύγια, τα οποία καταλήγουν σε μια πλατειά ρομβοειδή σπάτουλα από πολύ σκούρα, μαυριδερά φτερά.

Η αγγλική τους ονομασία "hummingbird", προέρχεται από το βουητό (στα αγγλικά hum) που κάνουν τα φτερά τους όταν τα κτυπούν γρήγορα. Μπορούν να πετάξουν με ταχύτητα που υπερβαίνει τα 15 μέτρα ανά δευτερόλεπτο.


Ωχροσταχτάρα

Στακτοπετροχελίδονο, Ωχροσταχτάρα, Pallid Swift, (Apus pallidus) Ωχροσταχτάρα

Το Στακτοπετροχελίδονο είναι παρόμοιο σε μέγεθος και σωματική διάπλαση με το Πετροχελίδονο ή Σταχτάρα (Apus apus). Έχει κοντή διχαλωτή ουρά και μακριά δρεπανοειδή φτερά. Φθάνει σε μήκος από 16 έως 18 εκατοστά. Οι φτερούγες έχουν μήκος από 16,5 έως 18 εκατοστά, το μήκος του ράμφους είναι περίπου 0.5 εκατοστά και το βάρος κυμαίνεται από 32 έως 44 γραμμάρια.
Επίσης από την άποψη του χρωματισμού είναι παρόμοιο με το Πετροχελίδονο. Ο καφέ χρωματισμός του έρχεται σε αντίθεση με ένα εμφανή άσπρο μπάλωμα στο λαιμό, το οποίο είναι συχνά ορατό από απόσταση. Εχουν πολύ κοντά πόδια που χρησιμοποιούν μόνο για την προσκόλληση σε κάθετες επιφάνειες. Η επιστημονική ονομασία του προέρχεται από την αρχαία ελληνική απους, apous, που σημαίνει "χωρίς πόδια".

Οικογένεια: Αποδίδαι (Apodidae) | Γένος: Άπους (Apus)
Διανομή και ενδιαίτημα: Το Στακτοπετροχελίδονο ζεί κυρίως στη μεσογειακή ζώνη της δυτικής Παλαιαρκτικής, από την Μαδέιρα και τα Κανάρια Νησιά τη νότια Ευρώπη και τη βόρεια Αφρική, την Τουρκία, το Ισραήλ το Λίβανο το Ιράν και φθάνει μέχρι το δυτικό Πακιστάν. Στην κεντρική Ευρώπη το είδος παρατηρήται πολύ σπάνια, άν και σίγουρα οφείλεται και στην πολύ δύσκολη διάκριση από το Πετροχελίδονο κάτω υπό πραγματικές συνθήκες.
Το Στακτοπετροχελίδονο είναι αποδημητικό είδος τον Σεπτέμβριο μεταναστεύει στη νότια Αφρική και τον Απρίλιο επιστρέφει στη νότια Ευρώπη για να αναπαραχθεί.
Ο τρόπος με τον οποίο κυνηγά τα μικρά έντομα και τα αρθρόποδα είναι παρόμοιος με το Πετροχελίδονο. Περνά σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του πετώντας. Προσγειώνεται μόνο για να αναπαραχθεί – πετά ακόμα και όταν κοιμάται!
Αναπαραγωγή: Φωλιάζουν σε ρωγμές και σε κοιλότητες βράχων αλλά και σε κτίρια συχνά μαζί με Πετροχελίδονα. Οι φωλιές τους είναι φτιαγμένες από φτερά, κομματάκια χόρτου και σπόρων, τα οποία έχουν όλα συλλεχθεί κατά τη διάρκεια της πτήσης τους. Συνήθως γεννούν δύο άσπρα αυγά τα οποία επωάζονται και από τα δύο φύλλα από 14 έως 20 ημέρες. Μετά από 44 έως 48 ημέρες οι νεοσσοί εγκαταλείπουν τη φωλιά. Μπορεί να γεννήσει μέχρι και δύο φορές σε μια αναπαραγωγική περίοδο.

Διάφορα:
Οι Αποδίδες που ανήκει και το Στακτοπετροχελίδονο έχουν πολύ κοντά πόδια που χρησιμοποιούν μόνο για την προσκόλληση σε κάθετες επιφάνειες. Η επιστημονική ονομασία του προέρχεται από την αρχαία ελληνική απους, apous, που σημαίνει "χωρίς πόδια".
Οι Αποδίδες περνούν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους στον αέρα.
Το Στακτοπετροχελίδονο καταγράφηκε για πρώτη φορά από τον Αγγλο φυσιοδίφη George Ernest Shelley το 1870.


Σκεπαρνάς

Σκεπαρνάς (Tachymarptis Melba, συνώνυμο Apus melba) Σκεπαρνάς

Ο Σκεπαρνάς κατατάσεται στην οικογένεια Αποδίδαι (Apodidae). Ο Σκεπαρνάς είναι δυνατό πουλί με σκούρα δρεπανωτά φτερά και κοντή σκουρόχρωμη και ψαλιδωτή ουρά. Έχει λευκή κοιλιά και σκούρο καφέ στήθος, το πάνω μέρος είναι ανοιχτό μπεζ ή γκριζοκαφέ. Τα μάγουλα και το σαγώνι του είναι επίσης λευκά. Το ράμφος είναι μαύρο και η ίριδα καφέ μαύρη. Έχει μέγεθος 20-23 εκατοστά και το άνοιγμα των φτερών του είναι περίπου 51-58 εκατοστά. Είναι ογκώδες πουλί, ζυγίζει 75 έως 125 γραμμάρια, το αρσενικό είναι κατά μέσο όρο περίπου 2% μεγαλύτερο από το θηλυκό. Με μεγάλη διαφορά το μεγαλύτερο είδος του γένους Άπους (Apus) στη δυτική Παλαιαρκτική.

Οικογένεια: Αποδίδαι (Apodidae) | Γένος: Άπους (Apus)?
Ο Σκεπαρνάς, όπως και τα υπόλοιπα είδη του γένους Άπους (Apus), είναι εανέριο πουλί πετώντας τον περισσότερο χρόνο της ζωής του. Αυτού του είδους τα πουλιά κοιμούνται καθώς πετούν και ακόμα ζευγαρώνουν κατά την πτήση, κατεβαίνοντας στο έδαφος μόνο για να φτιάξουν φωλιά και να μεγαλώσουν τα μικρά τους. Δεν μπορούν να κουρνιάσουν γιατί έχουν πολύ κοντά πόδια που χρησιμοποιούν μόνο για την προσκόλληση σε κάθετες επιφάνειες. Η επιστημονική ονομασία του προέρχεται από την αρχαία ελληνική άπους, που σημαίνει χωρίς πόδια.
Οι Σκεπαρνάδες είναι κοινωνικά, μονογαμικά πουλιά και φτιάχνουν αναπαραγωγικές “κοινότητες” με λίγα έως και εκατοντάδες ζεύγη. Μπορούν επίσης να φτιάξουν ανάμικτα σμήνη με πάνω από 500 πουλιά με Σταχτάρες (Apus apus) και Στακτοπετροχελίδονα (Apus pallidus). Κατά την αναπαραγωγική περίοδο, συλλέγουν τροφή πετώντας σε μεγάλες εκτάσεις, αρκετά μακριά από τις φωλιές τους. Συλλαμβάνουν την τροφή τους στον αέρα πετώντας με ανοιχτό το στόμα. Κατά την πτήση, τα φτερά τους είναι αλύγιστα και οι κινήσεις τους είναι πιο βαθιές και πιο αργές σε σχέση με τη Σταχτάρα (Apus apus).

Διανομή και ενδιαίτημα: Οι Σκεπαρνάδες ζουν στην Ιβηρική χερσόνησο, στη νότια και αλπική Ευρώπη, στη Μεσόγειο, την Αφρική και σε τμήματα της Μέσης Ανατολής, της Μικράς Ασίας, της Ινδίας, της Σρι Λάνκα. Οι βορειότερες περιοχές αναπαραγωγής στην κεντρική Ευρώπη ήταν το 1999 στη Βασιλεία (Ελβετία), Waldshut και Mulhouse (Γαλλία) και Baden-Württemberg στο Φράιμπουργκ και Emmendingen.
Ο Σκεπαρνάς ζει σε διάφορες περιοχές κυρίως βραχώδη μέρη, σε απόκρημνα βράχια και βραχονησίδες, σε βαθιές χαράδρες, σε σπηλιές, σε δάση, μέχρι και μέσα σε πόλεις όπου φτιάχνουν τις φωλιές κυρίως στο εσωτερικό εγκαταλειμένων κτιρίων, σπανιότερα σε εξωτερικούς χώρους.
Οι Σκεπαρνάδες φτάνουν στις αναπαραγωγικές περιοχές τους τον Απρίλιο και τον Σεπτέμβριο πετούν νότια στις χειμερινές περιοχές τους στην Αφρική.

Αναπαραγωγή: Ο αρσενικός και ο θηλυκός Σκεπαρνάς φτιάχνουν ρηχές φωλιές από κλαδάκια και γρασίδι ενωμένα με σάλιο, πάνω σε κτίρια ή βράχους. Η αναπαραγωγική περίοδος είναι από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούνιο, κατά τη διάρκεια της οποίας γεννούν μια φορά ως επί το πλείστον από 1 έως 3 άσπρα αυγά σπανίως 4. Το αρσενικό και το θηλυκό εκκολάπτουν τα αυγά για 20 μέρες, και οι δύο γονείς ανατρέφουν τα μικρά μέχρι να είναι έτοιμα να πετάξουν όταν είναι πια 50-70 ημερών. Τα μικρά μπορούν να αναπαραχθούν από την ηλικία των 2-3 χρονών.

Διατροφή: Η διατροφή του Σκεπαρνά αποτελείται κυρίως από διάφορα έντομα όπως υμενόπτερα, ακρίδες, πεταλούδες και αρθρόποδα που συλλαμβάνονται κατά την πτήση. Κυνηγούν σε υγρότοπους όπως ποτάμια και βάλτους και σε εποχιακά πλημμυρισμένα λιβάδια.

Διάφορα:
Εχθροί τους είναι τα διάφορα αρπακτικά πουλιά, κυρίως το Ξεφτέρι (Falco subbuteo) που τα συλλαμβάνει στον αέρα.
Ο παγκόσμιος πληθυσμός τους υπολογίζεται από ένα μέχρι τέσσερα εκατομμύρια πουλιά. Ο ευρωπαικός αναπαραγωγικός πληθυσμός εκτιμάται πάνω από 140.000 ζεύγη, περίπου ο μισός από τον παγκόσμιο αναπαραγωγικό πληθυσμό τους. Ο μεγαλύτερος πληθυσμός τους στην Ευρώπη βρίσκεται στην Τουρκία. Στην Ελλάδα υπολογίζονται περίπου 1000 με 5000 ζεύγη, που ζουν και αναπαράγωνται στην ενδοχώρα και στα περισσότερα μεγάλα νησιά.



Άπους

Άπους (Apus) Άπους

Τα είδη του γένους Άπους (Apus) είναι μικρού και μεσαίου μεγέθους πουλιά, που ανήκουν στην οικογένεια Αποδίδαι (Apodidae). Συναντούνται μόνο στον Παλαιό Κόσμο τα περισσότερα από αυτά στην Αφρική με 6 ενδημικά είδη και άλλα 5 είδη που διαχειμάζουν ή αναπαράγονται στην Αφρική αλλά συναντούνται και αλλού. Πέντε είδη αναπαράγονται στη δυτική Παλαιαρκτική και τα περισσότερα από αυτά διαχειμάζουν στην υποσαχάρια Αφρική.
Έχουν πολύ κοντά πόδια τα οποία χρησιμοποιούν για να σκαρφαλώνουν σε κάθετες επιφάνειες. Η επιστημονική του ονομασία προέρχεται από το Ελληνικό άπους, από το αναιρετικό α και το πους (πόδι), δηλαδή αυτός που δεν έχει πόδια.

Τάξη: Αποδόμορφα (Apodiformes) | Οικογένεια: Αποδίδαι (Apodidae)

Τα πιο γνωστά είδη αυτού του γένους στην Ευρώπη είναι η Σταχτάρα (Apus apus) με ευρεία κατανομή. Άλλα είδη που συναντούνται στην Ευρώπη είναι το Στακτοπετροχελίδονο (Apus pallidus) και White-rumped Swift (Apus caffer), που συναντούνται μόνο στη νότια Ευρώπη. Το μεγαλύτερο είδος του γένους Άπους είναι το Πετροχελίδονο του Ειρηνικού Pacific Swift (Apus pacificus) με μήκος σώματος από 17 έως 18 εκατοστά και το μικρότερο το Νανοπετροχελίδονο Little Swift, (Apus affinis) με 12 εκατοστά μήκος. Τα γρηγορότερα είδη μπορούν να πετάξουν με έως και 110 χιλιόμετρα την ώρα. Περνούν σχεδόν ολόκληρη τη ζωή τους πετώντας.
Τα είδη που υπάρχουν στη χώρα μας είναι η Σταχτάρα, η Ωχροσταχτάρα, ο Σκεπαρνάς ή Βουνοσταχτάρα.
Τα είδη του γένους Άπους μοιάζουν εμφανισιακά με τα χελιδόνια χωρίς όμως να είναι στενά συνδεδεμένα με αυτά.
Τα φτερά είναι μακρυά και δρεπανοειδή και η ουρά διχαλωτή. Στο χρωματισμό υπάρχουν δύο παραλλαγές: μαύρο φτέρωμα με λευκό λαιμό και καφετί έως σκουρόγκριζο με σκουρότερο το λαιμό.

Τα είδη του γένους Άπους χτίζουν τις φωλιές σε σπηλιές και ρωγμές, συνήθως σε ψηλούς βράχους ή σε κτίρια. Γεννούν συνήθως από 2 έως 4 αυγά.
Τρέφονται με διάφορα έντομα και αρθρόποδα τα οποία τα συλλαμβάνουν κατά την πτήση.

Τα παρακάτω είδη ανήκουν στο γένος Άπους (Apus):
Πετροχελίδονο, Σταχτάρα, Common Swift, (Apus apus)
Σκεπαρνάς (Tachymarptis Melba, συνώνυμο Apus melba)
Ωχροσταχτάρα, Στακτοπετροχελίδονο, Pallid Swift, (Apus pallidus)
Νανοπετροχελίδονο Little Swift, (Apus affinis)
Cape Verde Swift, (Apus alexandri)
Plain Swift, (Apus unicolor)
Nyanza Swift, (Apus niansae)
African Black Swift, (Apus barbatus)
Forbes-Watson's Swift, (Apus berliozi)
Bradfield's Swift, (Apus bradfieldi)
Malagasy Black Swift, (Apus balstoni)
Pacific Swift, (Apus pacificus)
Salim Ali's Swift, (Apus salimali)
Blyth's Swift, (Apus leuconyx)
Cook's Swift, (Apus cooki)
Dark-rumped Swift, (Apus acuticauda)
House Swift, (Apus nipalensis)
Horus Swift, (Apus horus)
White-rumped Swift, (Apus caffer)
Bates's Swift (Apus batesi)
Fernando Po Swift (Apus sladeniae)

Σταχτάρα

Πετροχελίδονο, Σταχτάρα (Apus apus) Άπους

Το Πετροχελίδονο είναι σκούρο καφέ αλλά όταν πετά στον ουρανό φαίνεται μαύρο, η ίριδα είναι σκούρα καφέ. Το μικρό μαύρο ράμφος είναι ελαφρώς κυρτό προς τα κάτω. Έχει μακριά φτερά σε σχήμα δρεπανιού και κοντή διχαλωτή ουρά. Μπορεί κανείς να το περάσει για χελιδόνι αλλά τα Πετροχελίδονα δεν κάμπτουν τα φτερά τους όταν πετούν. Επίσης είναι αδύνατον να τα δει κανείς να προσγειώνονται – οι φωλιές τους είναι καλά κρυμμένες κάτω από σκεπές και μπαινοβγαίνουν σε αυτές πετώντας πολύ γρήγορα.

Please install Adobe Flash Player



Οικογένεια: Αποδίδαι (Apodidae) | Γένος: Άπους (Apus)
Τα Πετροχελίδονα δεν κουρνιάζουν όπως τα χελιδόνια. Μπορεί κανείς να παρατηρήσει σμήνη να πετούν με μεγάλη ταχύτητα φωνάζοντας ανάμεσα σε στέγες και σπίτια, κυρίως σε πόλεις και κωμοπόλεις, συνήθως κατά το δείλι. Το Πετροχελίδονο είναι υπέροχο στο πέταγμα του. Περνά σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του πετώντας. Προσγειώνεται μόνο για να αναπαραχθεί – πετά ακόμα και όταν κοιμάται!
Παρατηρούνται πιο συχνά σε κατοικημένες περιοχές όπου φωλιάζουν σε ρωγμές, τρύπες εξαερισμού, σε απότομους βράχους, σε κτίρια πόλεων και πάνω σε τοίχους.
Είναι πολύ σύνηθες πουλί στις πόλεις ενώ δεν ζούνε συχνά σε γεωργικές περιοχές.
Πώς διαφέρουν από τα Χελιδόνια;
Το Πετροχελίδονο είναι πιο μεγάλο από το Χελιδόνι. Έχει πιο μακριά φτερά σε σχήμα δρεπανιού και κοντή διχαλωτή ουρά. Τα Πετροχελιδόνια δεν κάμπτουν τα φτερά τους όταν πετούνε και έχουν κοντή διχαλωτή ουρά.
Ο σχηματισμός της πτήσης τους είναι ένα μανιώδες χτύπημα των φτερών τους για περίπου ένα λεπτό και μετά ένα διαρκές “γλύστρημα” ή πλεύση. Όταν πετούν κόντρα στον άνεμο τα πουλιά αυτά φαίνονται ακίνητα.

Αναπαραγωγή: Φωλιάζουν σε ρωγμές, τρύπες εξαερισμού και ορισμένες φορές σε ειδικά κουτιά-φωλιές που κατασκευάζουν οι άνθρωποι. Οι φωλιές τους είναι φτιαγμένες από φτερά, κομματάκια χόρτου και σπόρων, τα οποία έχουν όλα συλλεχθεί κατά τη διάρκεια της πτήσης τους. Φτιάχνουν τις φωλιές τους χρησιμοποιώντας το κολώδες σάλιο τους. Τα ζεύγη είναι μαζί για πολλά χρόνια και χρησιμοποιούν την ίδια φωλιά κάθε χρόνο. Το αρσενικό και το θηλυκό εκκολάπτουν τα αυγά για 20 μέρες και οι δύο γονείς ανατρέφουν τους νεοσσούς μέχρι να μπορούν να πετάξουν, όταν είναι πια 50-70 ημερών. Τα νεαρά πουλιά μπορούν να αναπαραχθούν σε ηλικία 2-3 χρονών.
Διανομή και ενδιαίτημα: Η Κοινή σταχτάρα είναι διακορπισμένη σε ολόκληρη την Ευρώπη (εκτός από την Ισλανδία) και τη Μέση Ανατολή κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Κατοικεί στο Ηνωμένο βασίλειο από τον Απρίλιο μέχρι τον Σεπτέμβριο. Είναι κοινά πουλιά και ο πληθυσμός τους είναι αρκετά σταθερός στην Ευρώπη, παρόλο που έχει μειωθεί σε κάποιες χώρες τα τελευταία χρόνια. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οποιαδήποτε καταστροφή προκληθεί στο περιβάλλον τους και τον φυσικό τους περίγυρο μπορεί να τα εξαφανίσει από την ήπειρο μας. Επιστρέφουν στη νότιο Αφρική για τον χειμώνα.
Τα Πετροχελίδονα ζουν σε θερμά κλίματα προκειμένου να βρίσκουν ιπτάμενα έντομα για την τροφή τους, έτσι περνούν μόνο τρεις μήνες στη βόρειο Ευρώπη κάθε χρόνο. Καταφθάνουν από την κεντρική Αφρική στις αρχές Μαΐου (στις αρχές Μαρτίου στην Κύπρο). Στην Ελλάδα, η Σταχτάρα είναι ένα από τα πιο κοινά καλοκαιρινά πουλιά. Κατανέμεται στην ενδοχώρα αλλά και σε πολλά νησιά.
Πόλεις και χωριά έιναι το επιθυμητό περιβάλλον για αυτά τα πουλιά αφού οι παλιές σκεπές των σπιτιών παρέχουν τις ιδανικές συνθήκες για να χτίσουν τις φωλιές τους.
Ξεκινούν το ταξίδι της επιστροφής στα μέσα Ιουλίου, πριν οι νύχτες γίνουν πολύ κρύες. Δεν μπορούν να κουρνιάσουν τις νύχτες κατά το ταξίδι όπως τα χελιδόνια κι έτσι ταξιδεύουν γρήγορα. Τα νεαρά τελικώς ανεξαρτητοποιούνται με το που εγκαταλείπουν την φωλιά και αμέσως ξεκινούν την μετανάστευση τους.
Μέχρι τα μέσα Αυγούστου τα περισσότερα Πετροχελίδονα έχουν φτάσει στην κεντρική Αφρική σε χώρες όπως η Ταζμανία, η Κένυα και η Ζιμπάμπουε. Δεν περνούν όλο τον χειμώνα σε ένα σημείο αλλά ταξιδεύουν ανάλογα με την ύπαρξη τροφής και τις καιρικές συνθήκες.
Διατροφή: Οι Lack και Owen (1955) γράφουν για το πως τα ομοιόπτερα και τα δίπτερα έιναι η κοινή τροφή της Σταχτάρας και επιπλέον κάποια έντομα όπως υμενόπτερα και κολεόπτερα τα οποία πιάνουν πετώντας με το ανοιχτό ράμφος τους.

Διάφορα:
Παρόλο που τα περισσότερα πτηνά τα βλέπουμε να πετάνε στον ουρανό, εντούτοις υπάρχει ένα είδος πουλιού που μπορεί να ζήσει ολόκληρη τη ζωή του χωρίς να χρειαστεί να ακουμπήσει ποτέ το έδαφος, λόγω της εξέλιξης ανέπτυξε την ικανότητα να μπορεί να πετά χωρίς να χρειάζεται να ακουμπήσει ποτέ στο έδαφος.
Η μοναδική στιγμή που ακουμπά στο έδαφος είναι για την αναπαραγωγή της και συνήθως προσκολλάται στην πλευρά κάποιου τοίχου, ψάχνοντας τρύπα να δημιουργήσει τη φωλιά της, αφού τα πόδια της δεν ενδείκνυνται για περπάτημα.
Οι ανώριμες Σταχτάρες χρειάζονται περίπου τρία χρόνια ψηλά πριν αρχίσουν να αναπαράγωνται.
Τα Πετροχελιδόνια δεν κάμπτουν τα φτερά τους όταν πετούνε σε αντίθεση με τα χελιδόνια, δεν κουρνιάζουν και έχουν κοντή διχαλωτή ουρά. Επίσης είναι αδύνατον να τα δει κανείς να προσγειώνονται, γιατί οι φωλιές τους είναι καλά κρυμμένες και μπαινοβγαίνουν σε αυτές πετώντας πολύ γρήγορα.
Έχουν επίσης ασυνήθιστα μακρά ζωή και ικανότητα επιβίωσης – ορισμένα ζούνε μέχρι και 21 χρόνια! Ετσι το κάθε άτομο μπορεί να πετάξει πάνω από ένα εκατομμύριο χιλιόμετρα κατά τη διάρκεια της ζωής του.
Εχθροί τους είναι τα διάφορα αρπακτικά. Η ευκινησία τους τους επιτρέπει να ξεφεύγουν εύκολα από τα μεγαλύτερα αρπακτικά πουλιά που τρέφονται από αυτά. Μεταξύ αυτών των αρπακτικών πουλιών συγκαταλέγονται το Ξεφτέρι(Falco subbuteo), το Τσιχλογέρακο (Accipiter nisus) και η Γερακίνα (Buteo buteo).
Ο ευρωπαϊκός πληθυσμός εκτιμάται σε 4.000.000 - 4.900.000 πουλιά, ο παγκόσμιος πληθυσμός σε περίπου 25 εκατομμύρια πουλιά.


Back To Top